Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

Ο ΚΟΡΑΚΑΣ ΚΑΙ Η ΑΛΕΠΟΥ. (ΑΙΣΩΠΟΣ)

   Μια φορά και έναν καιρό, πάνω σε μια μεγάλη φουντωτή ελιά, στο πιο χοντρό κλαρί της, καθόταν ο Κίτσος, ο κατάμαυρος κόρακας, καμαρωτός και περήφανος.
Μόλις είχε κλέψει από το κρεοπωλείο του διπλανού χωριού ένα λαχταριστό κομμάτι φρέσκο κρέας και σταμάτησε για λίγο στο κλαρί της ελιάς, να πάρει μια ανάσα και να ξεκουραστεί από το γρήγορο πέταγμα. Φτερά έβαλε, που λένε, για να μην πάρουνε χαμπάρι την κλεψιά του και βγάλει το δίκανο ο χασάπης και του τη μπουμπουνήσει.
Πήρε πολλές ανάσες και ευχαριστιόταν
που σε λιγάκι θα καταβρόχθιζε το νόστιμο μεγάλο μεζέ του.
Εκεί κοντά όμως, μέσα από τα χαμόκλαδα, να την που ξεπροβάλλει η κυρά-Μαριώ, η πονηρή αλεπού.
   -Μα τι μοσχομυρίζει έτσι; μουρμουρίζει και ψάχνει με τα ρουθούνια της να βρει από πού έρχεται αυτή η λαχταριστή ευωδιά που έκανε το στομάχι της να γουργουρίζει από τη λιγούρα και να τρέχουνε τα σάλια της.
Σηκώνει τα μάτια της και βλέπει τον Κίτσο, το μαυροκόρακα, να έχει στο γκρίζο ράμφος του καρφωμένο το μεγάλο κομμάτι κρέας.
-Πρέπει να του το πάρω, σκέφτεται η πονηρή αλεπού. Αλλά πώς; εγώ δεν ανεβαίνω στα δέντρα για να του το κλέψω χωρίς να με πάρει χαμπάρι. Και αυτός ο κόρακας έχει και φτερά. Σε λίγο θα πετάξει για τη φωλιά του για να φάει το μεζέ και εγώ θα μείνω μόνο με τη μυρωδιά του. Κάτι πρέπει να βρω, κάποια πονηριά να κάνω για να του το βουτήξω
.

   Και αμέσως της έρχεται μια πολύ καλή ιδέα.
-Καλημέραααααα πανέμορφο πουλίιιι, φωνάζει δυνατά για να την ακούσει ο Κίτσος, που ήτανε και λιγάκι κουφός.
-Καλημέρααααα…μα τι ομορφιάααα είναι αυτή!!! Δεν έχω δει άλλο πουλί με τόσα χρώματα λαμπερά στα φτερά του!!! Τα πόδια σου είναι τόσο γερά, τα μάτια σου όλο εξυπνάδα, το ράμφος σου τόσο δυνατό και κατακίτρινο σαν το χρυσάφι!!!
   Καμαρώνει ο κατάμαυρος κόρακας, ο χαζούλης ο Κίτσος, και κουνάει τα φτερά του πολύ ευχαριστημένος από τα λόγια της αλεπούς.
-Αααααχ, κόρακά μου, πανέμορφε…ααααχ, συνεχίζει η πονηρή κυρά-Μαριώ, ένα μόνο σου λείπει, ένααααα και θα ήσουν το πιο τέλειο πουλί από όλααααα. Αν είχες φωνή, θα ήσουν ο βασιλιάς όλων των πουλιώωωων.
-Δεν έχω φωνή;; μα τι λέει αυτή η χαζή;; σκέφτεται θυμωμένος ο Κίτσος.
Και αμέσως ανοίγει το ράμφος του και βγάζει δυο φοβερά κρααααααα, κραααααααα για να της αποδείξει ότι και φωνή έχει, και πολύ όμορφη και μελωδική είναι.
Αυτό περιμένει η πονηρή κυρά-Μαριώ.
Με το πρώτο κραααααααα, πέφτει κάτω το κρέας, το αρπάζει αυτή και όπου φύγει φύγει, έγινε καπνός.
    Σταματάει πάνω στο βουναλάκι, απέναντι, κάνει μια χαψιά το νόστιμο κρέας και γελώντας λέει στον Κίτσο, το κατάμαυρο νηστικό κοράκι.
-Φίλε μου, ποτέ να μην πιστεύεις στα όμορφα λόγια των άλλων, όταν έχεις κάτι που θέλουν να σου το κλέψουν. Αν ήξερες πώς είσαι στ΄ αλήθεια, αν είχες δηλαδή μυαλό, τώρα εσύ θα ήσουν χορτάτος και εγώ νηστικιά. Άλλη φορά να προσέχεις πολύ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου